ΕΝΑΣ ΦΟΥΡΝΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΙΑ

Απαραίτητο στοιχείο κάθε χωριατόσπιτου, ήταν ο φούρνος του.Φτιαχνόταν με μαστοριά με κομμάτια από σπασμένα κεραμίδια, ασπριά, πέτρες,άχυρα και ασβέστη. Κατασκευαστικά είναι ένας απλός οβάλ θόλος που συνήθως χτιζόταν πάνω στη γωνιά ένα πέτρινο υπερυψωμένο χτίσμα με ίσια ασβεστωμένη επιφάνεια. Στεγαζόταν σε ιδιαίτερο λιθόχτιστο υπόστεγο ή κάποιο κλειστό χώρο. Εκεί η νοικοκυρά έψηνε το νόστιμο χωριάτικο ψωμί, τις πίτες της, τα φαγητά της, τα γλυκά της,τα κουλούρια της Λαμπρής,τα πρόσφορα για τις ψυχές και τα πανηγυράκια (μικρά ψωμάκια) για μας τα παλιόπαιδα. Σπάνιο να βρείς σήμερα στο χωριό μας φούρνο να καπνίζει δηλ.να λειτουργεί ακόμα. Το ψωμί θεωρούνταν ιερό και ευλογημένο. Συνήθως η κυρά φούρνιζε ψωμί μια φορά την εβδομάδα και το κράταγε στο πανέρι της για να είναι σφαλισμένο από τα ποντίκια κυρίως . Σηκωνόταν πολύ πρωί για να ζυμώσει και να αφήσει τη ζύμη να φουσκώσει για να πλάσει στη συνέχεια το ψωμί και να το ψήσει. Είχε φροντίσει να κρατάει προζύμι από την προηγούμενη φορά που είχε ζυμώσει ή να δανειστεί προζύμι από κάποιον που είχε κάνει πρόσφατα ψωμί. Το ξινισμένο αυτό προζύμι γινόταν η μαγιά. Κοσκίνιζε το αλεύρι με την κλισάρα στο σκαφίδι (μεγάλη ξύλινη σκάφη) έβαζε το προζύμι και νερό και με τα βασανισμένα χέρια της τα ζύμωνε όλα μαζί για να ανακατευτεί το προζύμι και να γίνει η ζύμωση. Το ζυμάρι αυτό το σκέπαζε με το πρισκίρι -καρώ πετσέτα ή μάλλινο σκουτί- και μετά περίμενε μέχρι να φουσκώσει. Όταν είχε φουσκώσει το έβαζε σε μια βάση στο πλαστήρι για να το πλάσει. Πάνω στα ψωμιά χάραζε με τα χέρια της το σχήμα του σταυρού τα τρύπαγε με ένα λεπτό κλαρί τα έβαζε σε μια πινακωτή, και ήταν έτοιμα για να πάνε να ψηθούν. Πήγαινε κατόπιν να κάψει ( να ετοιμάσει) το φούρνο. Στην αρχή έβαζε μέσα στο φούρνο διάφορα κλαδιά και ξύλα και τα άναβε. Αφού ο φούρνος είχε καεί, "έσβηνε" το φούρνο, βγάζοντας έξω τα ξύλα που έκαιγαν ακόμα για να μη καπνίζει και μυρίσει το ψωμί. Με μια ξύλινη τσουγκράνα τραβούσε στην είσοδο του φούρνου τα μικρά καρβουνάκια που ήταν ακόμα αναμμένα και τα άφηνε εκεί για να διατηρήσουν την θερμοκρασία που ήταν απαραίτητη για το ψήσιμο του ψωμιού. Ύστερα με μια βρεγμένη πάνα, την πανιάρα, καθάριζε τη βάση του φούρνου για να τοποθετήσει τα ψωμιά. Έφερνε την πινακωτή με τα ψωμιά και με την βοήθεια ενός ξύλινου φτυαριού τα έβαζε πάνω στις πέτρες που έκαιγαν. Στην συνέχεια έκλειναν το "στόμιο" του φούρνου με μια λαμαρίνα για να κρατήσουν την θερμότητα στο εσωτερικό του φούρνου και περίμεναν να ψηθούν τα καρβέλια. Στην αριστερή φωτο βλέπουμε το φούρνο της θειά Δημήτρως ρημαγμένο που δεν καπνίζει πιά,και κάτω αριστερά της θειά Χαρίκλειας κλειστό με το καπάκι του και τα φουρνόξυλά του,και ανοιχτό με την σιδεροστιά του έτοιμο να δεχτεί τις λιχουδιές που μας τοιμάζει ακούραστα ακόμα...
3/7/2008
3/7/2008

ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΝΕ: 429 ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ.